Λογοθεραπεία

Λογοθεραπεία: είναι η επιστήμη που ασχολείται με την πρόληψη, τη διάγνωση και την αντιμετώπιση προβλημάτων επικοινωνίας, που μπορεί να εμφανίζουν τα παιδιά ή οι ενήλικες. Ο λογοθεραπευτής αξιολογεί το στάδιο γλωσσικής αντίληψης του παιδιού και διαμορφώνει ένα πρόγραμμα θεραπευτικής παρέμβασης προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδιού.

Cute Thinking Kid Girl In Glasses With Empty Bubble Looking

Φωνολογική Διαταραχή

Πρόκειται για δυσκολία στην αντίληψη, επεξεργασία και οργάνωση των ήχων που απαρτίζουν το φωνολογικό σύστημα της μητρικής γλώσσας του ατόμου, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές η ομιλία να είναι δυσκατάληπτη. Συνήθως, τα παιδιά που εμφανίζουν φωνολογικά ελλείμματα στη προσχολική ηλικία αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη μετέπειτα σχολική τους επίδοση (γραφο-αναγνωστικές δυσκολίες, δυσκολίες στην ορθογραφία). Η παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκατάσταση των δυσκολιών που εμφανίζει το παιδί μειώνοντας συντριπτικά τις πιθανότητες εμφάνισης δυσκολιών στην σχολική επίδοση του παιδιού.

Ένα παιδί με φωνολογική διαταραχή εμφανίζει τις παρακάτω φωνολογικές διεργασίες:

  1. Αντικαταστάσεις φωνημάτων
  2. Πτώση συλλαβής ή φωνήματος
  3. Πτώση τελικού συμφώνου
  4. Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων
  5. Αναδιπλασιασμούς  
  6. Εναρμονίσεις
  7. Μεταθέσεις και μετακινήσεις

Διαταραχή Άρθρωσης

  • Η διαταραχή της άρθρωσης κυμαίνεται από σοβαρή έως ήπια.Μιλώντας λοιπόν για  Διαταραχή Άρθρωσης αναφερόμαστε στην λανθασμένη ή αλλοιωμένη παραγωγή των ήχων η οποία δεν δικαιολογείται σύμφωνα με την ηλικία του παιδιού. Ο λογοθεραπευτής εκπαιδεύει κάθε φορά το άτομο ώστε να επιτευχθεί η σωστή άρθρωση του εκάστοτε φωνήματος-φθόγγου και εν συνεχεία να γενικευτεί η χρήση του στον συνεχόμενο αυθόρμητο λόγο. Ένα παιδί  με διαταραχή άρθρωσης μπορεί να παρουσιάσει τις παρακάτω δυσκολίες:
    1. Αντικατάσταση φωνημάτων
    2. Πτώση φωνημάτων ή συλλαβών  
    3. Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων
    4. Αλλοιωμένη εκφορά φωνημάτων

Δυσαρθρία

Προκειμένου να παραχθεί καθαρή και καταληπτή η ομιλία μας απαραίτητη είναι η συνεργασία και ο συντονισμός των υποσυστημάτων της αναπνοής, της φώνησης, της αντήχηση, της άρθρωσης και της προσωδίας. Δυσαρθρία λοιπόν είναι η διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται είτε σε αδυναμία είτε σε κακό συντονισμό των προαναφερθέντων υποσυστημάτων. Ως αποτέλεσμα η ομιλία γίνεται αργή, αδύναμη, ανακριβής, ακατάλληλα συγχρονισμένη, ανάλογα με τον τύπο της δυσαρθρίας κάθε φορά. Μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε παιδιά όσο και ενήλικες και οι αιτίες ως επί το πλείστον είναι επίκτητες (πχ. τραύματα, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, νεοπλασίες κ.α.). Για τα παιδιά η αιτιολογία μπορεί να είναι είτε συγγενής είτε επίκτητη με συχνότερη την εγκεφαλική παράλυση.

Η λογοθεραπευτική παρέμβαση στοχεύει στη βελτίωση της αποδοτικότητας και στον κατάλληλο συντονισμό των υποσυστημάτων της ομιλίας. Σε σοβαρές περιπτώσεις στοχεύει στην εκπαίδευση τεχνικών αντιστάθμισης της ομιλίας ή και σε εναλλακτικό τρόπο επικοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ατόμου.

Καθυστέρηση λόγου και ομιλίας

Πολλά παιδιά αποκλίνουν από την τυπική πορεία ανάπτυξης του λόγου και αυτό οφείλεται σε κάποια πάθηση. Η καθυστέρηση λόγου  υπάρχει οταν το παιδί πλησιάζει σε ηλικία τα 3 έτη επικοινωνεί κυρίως με νοήματα, το λεξιλόγιο κυμαίνεται περίπου στις 10 λέξεις, δυσκολεύεται να μιμηθεί λέξεις, ο λόγος είναι δυσκατάληπτος, δτσκολεύεται στην εκτέλεση οδηγιών, δε σχηματίζει φράσεις.Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου επιφέρει συνέπειες και στην σχολική ετοιμότητα των νηπίων και στην μετέπειτα σχολική τους επίδοση. Τα παιδιά που δεν εντοπίζονται έγκαιρα και η παρέμβαση δεν είναι πρώιμη (προσχολική ηλικία) συνεχίζουν να εμφανίζουν χρόνια προβλήματα στην μάθηση , στην κοινωνική ένταξη και κατά συνέπεια στην αυτοεκτίμησή τους.

Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (S.L.I.)

Πρόκειται για μια σημαντική διαταραχή της γλωσσικής ικανότητας στον προφορικό λόγο (κυρίως στον τομέα της μορφής και της σύνταξης). Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάγνωση είναι να μη συνοδεύεται από νοητική υστέρηση, εμφανή νευρολογική βλάβη ή διαταραχή ακοής. Πρέπει να τονιστεί ότι η ΕΓΔ υπάρχει από την γέννηση και δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ασθένειας ή κάποιου ψυχολογικού τραύματος. Τέλος τα παιδιά με ΕΓΔ παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία στα συμπτώματα και δεν αποτελούν μια εξολοκλήρου ομοιογενή ομάδα.

Γενικά τα γλωσσικά προβλήματα που παρουσιάζουν τα παιδία με ΕΓΔ είναι τα εξής:

  1. Ο αριθμός των λέξεων που χρησιμοποιούν σε μία πρόταση είναι φανερά μικρότερος από αυτόν που χρησιμοποιούν φυσιολογικά αναπτυγμένα παιδιά της αντίστοιχης ηλικίας.
  2. Οι λεξικές τους ικανότητες διαφέρουν εξίσου. Παρουσιάζουν δυσκολία στην εύρεση της κατάλληλης λέξης με αποτέλεσμα συχνές παύσεις και χρήση μη ειδικών λέξεων (π.χ. «αυτό, τέτοιο»).
  3. Η συντακτική δομή που χρησιμοποιούν είναι ιδιαίτερα απλουστευμένη (με συχνές παραλείψεις συνδέσμων και αορίστων αντωνυμιών) .
  4. Ο λόγος τους υστερεί σε γραμματική επάρκεια. Η λανθασμένη χρήση των άρθρων, του πληθυντικού αριθμού, των ουσιαστικών και του αορίστου είναι συχνή.
  5. H φωνολογική ανάπτυξη των παιδιών αυτών είναι ίδια με αυτή παιδιών μικρότερης ηλικίας.
  6. Συχνά εμφανίζουν πραγματολογικές δυσκολίες, οι οποίες είναι λιγότερο σημαντικές.
  7. Η ηχολαλία εμφανίζεται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις.
  8. Δυσκολίες στην ανάγνωση συχνά συνυπάρχουν.
  9. Η κατανόηση του προφορικού λόγου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα ωστόσο αποκλίνει σε ένα βαθμό σε σχέση με τα φυσιολογικά παιδιά.

Τα παιδιά με ΕΓΔ αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση δυσκολιών στη σχολική-ακαδημαϊκή επίδοση, κυρίως λόγω των έντονων δυσκολιών στην αναγνωστική ικανότητα (καθώς η τελευταία εξαρτάται από την αλληλεπίδραση των γλωσσικών δεξιοτήτων –γραμματική, σύνταξη, σημασιολογία και φωνολογικές δεξιότητες).

Η έγκαιρη λογοθεραπευτική παρέμβαση είναι σημαντική για την πρόληψη τυχόν μαθησιακών δυσκολιών. Ο ρόλος του λογοθεραπευτή είναι η εκτίμηση των γλωσσικών λειτουργιών και η δημιουργία κατάλληλου προγράμματος παρέμβασης ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εντοπίστηκε η δυσκολία (στο αρθρωτικό, φωνολογικό, γραμματικο-συντακτικό, μεταγλωσσικό ή/και σημασιολογικό). Η πρόγνωση για την έκβαση του προγράμματος παρέμβασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τύπο και τη σοβαρότητα των δυσκολιών. Σε μεγάλο βαθμό πολλές δυσκολίες ξεπερνιούνται.

Αυτισμός - Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή

Τα παιδιά που παρουσιάζουν διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές (κοινώς αυτισμό) εμφανίζουν:

  • δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις, στην κοινωνική κατανόηση και συναλλαγή (π.χ. ανώριμη, ακατάλληλη και μονομερής κοινωνική αλληλεπίδραση, δυσκολίες στη σύναψη κοινωνικών δεσμών)
  • δυσκολίες στη συναισθηματική αμοιβαιότητα, απουσία ενσυναίσθησης
  • δυσκολίες στην επικοινωνία (π.χ. αργή ανάπτυξη του λόγου, φτωχή μη λεκτική επικοινωνία, απουσία βλεμματικής επαφής, αδυναμία να αρχίσουν ή να διατηρήσουν μια συζήτηση, χρήση επαναλαμβανόμενου και μη επικοινωνιακού λόγου)
  • περιορισμένο και επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο δραστηριοτήτων και ενδιαφερόντων – προσήλωση σε συγκεκριμένα θέματα
  • αδέξιες, μη συντονισμένες κινήσεις και ιδιόμορφες στάσεις σώματος
  • αισθητηριακές δυσκολίες / αισθητηριακά ελλείμματα (π.χ. δεν δέχονται την σωματική επαφή, ορισμένα παιδία αντιδρούν με υπερβολικό τρόπο σε διάφορους ήχους/θορύβους/έντονες μυρωδιές κ.λπ.)
  • ακαμψία στη σκέψη και στη συμπεριφορά με συνακόλουθη καθυστέρηση στην ανάπτυξη του παιχνιδιού και στη δημιουργικότητα

Αρκετά παιδιά που παρουσιάζουν ΔΑΔ αναπτύσσουν εξαιρετικές ικανότητες σε κάποιους τομείς (π.χ. ιδιαίτερες ικανότητες στα μαθηματικά, φωτογραφική μνήμη). Τέλος, ένα ποσοστό παιδιών με ΔΑΔ μπορεί να εμφανίζει νοητική στέρηση ή γενικευμένες μαθησιακές δυσκολίες.

Ο λογοθεραπευτής μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση ενός παιδιού με ΔΑΔ. Ο λογοθεραπευτής αξιολογεί τις αδυναμίες αλλά και τις δεξιότητες του παιδιού στην επικοινωνία και δομεί ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης. Βοηθά, λοιπόν, το παιδί να αναπτύξει τον επικοινωνιακό του λόγο (λεκτική αλλά και μη λεκτική επικοινωνία, κυριολεκτική και μεταφορική χρήση του λόγου), τη γλωσσική κατανόηση και έκφραση προωθώντας την κοινωνική αλληλεπίδραση του παιδιού και τη δεξιότητα να μπορεί να αρχίσει και να διατηρήσει μια συζήτηση.

Συμπερασματικά, τα παιδιά που παρουσιάζουν ΔΑΔ είναι σημαντικό να ακολουθούν ένα ολοκληρωμένο και εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα παρέμβασης ανάλογα με τις δυσκολίες τους (λογοθεραπεία, εργοθεραπεία – αισθητηριακή ολοκλήρωση, ψυχοπαιδαγωγικό, ειδικό παιδαγωγικό).

6 μηνών

  • καταλαβαίνει το ναι/οχι
  • αντιδράει σε ήχους
  • παράγει ήχους που μοιάζουν με λέξεις

1 έτους

  • λέει 2-3 λέξεις
  • καταλαβαίνει απλές εντολές
  • ανταποκρίνεται όταν ακούει το ονομα τους
  • κουνάει το χέρι του/της για να χαιρετήσει

2 ετών

  • καταλαβαίνει απλές ερωτήσεις και οδηγίες
  • χρησιμοποιεί προτάσεις με 2-3 λέξεις
  • κάνει ερωτήσεις
  • αναγνωρίζει τα  μέρη του σώματος
  • ακούει ιστορίες απο βιβλία με εικόνες
  • φτιάχνει προτάσεις με άρνηση πχ οχι τρωω
  • αρχίζει να σχηματίζει πληθυντικούς

3 ετών

  • αναγνωρίζει τα βασικά χρώματα
  • ρωτάει συχνά τι;;
  • μπορεί να πει μια ιστορια η να μεταφέρει μια ιδέα
  • έχει λεξιλόγιο περίπου 1000 λέξεων
  • φτιάχνει προτάσεις 3-4 λέξεων
  • κατανοεί προθέσεις
  • τραγουδάει τραγούδια
  • καταλαβαίνει τις έννοιες νύχτα, μέρα

4 ετών

  • αναγνωριζει βασικά σχήματα
  • ρωτάει ποιος, γιατι,,
  • χρησιμοποιεί σύνθετες προτάσεις
  • προφέρει σωστά σχεδόν όλα τα σύμφωνα εκτός απο λ/ρ/σ
  • μιλάει χωρίς σοβαρά γραμματικά και συντακτικά λάθη

5 ετών

  •  προφέρει όλα τα σύμφωνα και τα συμπλέγματα τους καθαρά
  • γνωρίζει βασικές αντίθετες έννοιες
  • αναπαράγει μια ιστορία με τη βασική της πλοκή
  • κατανοεί τις έννοιες ιδιο και διαφορετικό
  • χρησιμοποεί σύνθετες προτάσεις
  • κάνει ερωτήσεις για να αποκομίσει πληροφορίες
  • χρησιμοποιεί τους γραμματικούς χρόνους μέλλοντα, αόριστο,ενεστώτα